Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

...το όνειρο του Μανόλη...

.......Γι' αυτό είσαι έτσι σκοτεινός τέτοια μέρα, ρε Μανόλη; Όχι, δεν είναι μόνο αυτό αλλά κι ένα όνειρο που είδα χτες, ίσως γιατί θα 'βγαινα σήμερα. Ήμασταν οι τρεις μας, εσύ, ο Γκαστόν και γω. Ήμασταν εδώ και οι τρεις, αλλά δεν ήταν όπως είναι τώρα, ήμασταν σ' ένα μεγάλο κελί, κάτασπρο και λείο. Οι τοίχοι, το πάτωμα, το ταβάνι, όλα γυάλιζαν από ένα ανώνυμο φως που έβγαινε από μέσα τους. Πουθενά ούτε μία σκιά, ούτε ένα χρώμα, ούτε μια γωνία. Τίποτα δεν μπορείς να κρύψεις, τίποτα δεν μπορείς να ανακαλύψεις, ένα κενό που καταργεί κάθε σχόλιο της όρασης, ουσιαστικά την καταργεί... Είμαστε και οι τρεις μέσα σε κατάλευκους ζουρλομανδύες, τα χέραι μπαγλαρωμένα πάνω στο στομάχι, οι παλάμες σφίγγουν τους αγγώνες, γονατιστοί στο φωτεινό πάτωμα, καλόγεροι που προσεύχονται. Γελάμε δυνατά, γάργαρα, σαν τρελοί. Ευτυχώς, μας έβαλαν μόνο δέκτη, για ν' ακούμε τις εντολές της εξουσίας, τις ειδήσεις της κυβέρνησης και τις διαφημίσεις, για τις κομψές μάσκες οξυγόνου που ήταν αδύνατο να βγουν, μια και συνδέονταν απευθείας με τα πνευμόνια με το νέο άθραυστο υλικό "σελνοτάπ", για τους νέους τεχνητούς ήλιους, για τους ουρανούς υψηλής τεχνολογίας με έξι προγράμματα, συννέφιαζαν, έβρεχαν, χιόνιζαν, με έναστρες νύχτες, σελήνη και λοιπά, για τα νέα μπαστούνια των τυφλών με ραντάρ και φωνή σκύλου, για τις νέες κομψές θήκες που θα φορέσουμε φέτος στις ουρές μας και τα τέτοια... Κάποια στιγμή λέει ο Γκαστόν, γιατί γελάμε, ρε; Λες εσύ, πρέπει να έριξαν τη σκόνη του γέλιου. Θα 'ναι έξι η ώρα...Πότε σας τσάκωσαν, Σαλονικιέ; Χτες με το Μανόλη, λες εσυ, στη μεγάλη διαδήλωση. Καλά, τρομερή επιτυχία, ε; Το μαζικό κίνημα ανεβαίνει ακάθεκτο, ένα εκατομμύριο σακάτηδες. Μπροστά πήγαιναν με τα καροτσάκια τους τα παράλυτα παιδιά, ακολουθούσαν οι μανάδες χωρίς μητρικό ένστικτο, οι τυφλοί, οι άνθρωποι με τις ουρές, οι άτριχοι. Τη διαδήλωση έκλειναν οι γυμνοί, ή τα "εγκαύματα", όπως τους λέγανε τώρα. Περιφρούρηση της διαδήλωσης ήταν αντιπροσωπείες απ' όλων των ειδών τα νεκρά φυτά και τα δέντρα, καθώς και τα νεκρά ζώα. Ποιος να τολμήσει να μας πειράξει; Αν ήταν η παλιά εποχή, η εύθραυστη, θα τα κάναμε λαμπόγιαλο, που λένε, κι ας ήταν κόντρα στη γραμμή του κόμματος, αλλά τώρα ήταν όλα άθραυστα. Έτσι η αντιπροσωπεία μας κατάφερε να μιλήσει στον υπουργό, πίσω απ' το άθραυστο γυαλί βέβαια. Αυτός έμεινε αδιάλλακτος. Είπε πως δεν μπορούσε, τουλάχιστον για φέτος, να δώσει αυξήσεις στις συντάξεις όλων των αναπήρων της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, και ότι σκέφτονται να επιτρέψουν την ευθανασία των παράλυτων παιδιών και των αναπήρων του νέφους γενικά, μια και η παραγωγή τους υπερβαίνει κατά πολύ τη θνησιμότητα, καθώς και των αναπήρων της ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας. Οι άλλοι, των θορύβων, των ορμονών και των λιπασμάτων, να κάνουν υπομονή και φέτος, μια και προβλέπεται σημαντική αύξηση της παραγωγής, λόγω της επανένταξης στην παραγωγική διαδικασία των ανθρώπων με ουρά. Σκεφτείτε, ένα ακόμα παραγωγικό εργαλείο στο ανθρώπινο σώμα, τι εκρηκτικές δυνατότητες ανάπτυξης...Παρά τις απειλές ότι θα βγάλουμε τις μάσκες μας για να μην ξέρουν τι θα κάνουν με τους νεκρούς, στάθηκε ανυποχώρητος. Τότε πολλοί άρχισαν να βγάζουν τις μάσκες και γέμισαν οι δρόμοι και οι πλατείες νεκρούς. Πλάκωσαν οι ειδικές μονάδες με τις μεταλλικές ουρές, τα ελικόπτερα με τις κλούβες και οι ειδικές μονάδες πρώτων βοηθειών, και άρχισαν τις συλλήψεις. Όπως σου είπα, μας έπιασαν μαζί με το Μανόλη. Μας πήγαν στο αρχηγείο της περιοχής, σαν εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο αρχηγός, αφού μας κοίταξε καλά καλά κουνώντας την ουρά του αριστερά και δεξιά, δε θά 'λεγα επιθετικά, μάλλον με συμπάθεια, μας λέει: Καλά, ρε σεις, ως πότε θα παριστάνετε το σωτήρα; Τι δουλειά είχατε στη διαδήλωση, αφού ούτε παράλυτοι είστε, ούτε ουρά έχετε βγάλει, ούτε τυφλοί είστε, γενικά είστε οι μόνοι που δε σας πιάνει η ΑΝΑΠΤΥΞΗ, τι δουλειά είχατε στη διαδήλωση; Και γυρνώντας στους μπάτσους λέει: ΠΕΔΙΟΝ ΕΞΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ...Ο Γκαστόν έβαλε τα γέλια. Τι γελάς ρε; Ακριβώς τα ίδια και με μένα Σαλονικιέ. Με πρόλαβαν τη στιγμή που έβγαζα τη μάσκα, εκεί στην παλιά οδό Αθηνάς. Με κατηγορούν ότι ανήκω στη λύση μηδέν. Τι είναι αυτή, ρε Γκαστόν; Ε, να, προτείνουμε τον ομαδικό θάνατο. Πιστεύουμε ότι δεν έχουμε άλλο μέσο για να καταργήσουμε την εξουσία, παρά να της αφαιρέσουμε τους εξουσιαζόμενους. Έτσι θα αχρηστευθεί το σύστημα και ίσως μπορέσει να ξαναδημιουργηθεί η ζωή στον πλανήτη... Γέλασε, ξέρεις τι σκέφτομαι, ρε Σαλονικιέ; Τι; Δεν πρόσεξες ότι εμείς οι παλιοι κομμουνιστές είμαστε οι μόνοι που δεν υποστήκαμε καμιά μεταλλαγή απο την ΑΝΑΠΤΥΞΗ; Τίποτα δε μας έπιασε, ούτε το νέφος, ούτε η ειρηνική πυρηνική ενέργεια, ούτε οι ορμόνες, τα ντεσιμπέλ και τα τέτοια... Λες, ρε Γκαστόν, να είχε δίκιο ο Στάλιν ότι "είμαστε από άλλη πάστα φκιαγμένοι";... Μπα, δε νομίζω. Γιατί τότε και η καθοδήγα δε θα πάθαινε τίποτα... Είδες τη νέα αφίσα του κόμματος με την τεράστια ουρά: "Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις θα ανοίξουν το δρόμο στο σοσιαλίσμό"; Όχι. Νομίαω πως δεν πάθαμε ακόμα τίποτα, γιατί είμαστε οι μόνοι που έχουμε ισχυρά αντισώματα ρομαντισμού κι ερωτισμού. Γι' αυτό μας φέρανε στο ΠΕΔΙΟΝ ΕΞΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ. Ύστερα θα μας πάνε στο ΠΕΔΙΟΝ ΕΦΤΑ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ, ύστερα της ΑΠΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ, και μετά στην εξάλειψη της αφής και της οσμής, Ε, και τότε θα χαθούμε πια για πάντα, δε θα μπορούμε να ξανανταμώσουμε με τίποτα... Όταν σας τά 'λεγα να αρνηθούμε τα κόμματα και τους αρχηγούς, να τινάξουμε στον αέρα όλα τα στοιχεία της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, εξουσία, ιεραρχία, αυθεντία, παραγωγική διαδικασία, κατανάλωση, και λοιπά, εσείς με λέγατε αναρχικό και κάθε μέρα εκχωρούσατε όχι μόνο το κορμί σας στο βιασμό, αλλά και επιτρέπατε την εκτέλεση των επιθυμιών, των συναισθημάτων, της τρυφερής φαντασίας και των χαδιών από τους ανθρώπους της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Όταν σας παρακαλούσα να σταματήσουμε κάπου, κάποια μέρα, να σκεφτούμε, να κοιτάξουμε κατάματα τη ζωή μας και να αναρωτηθούμε αν αυτή η αγωνία, αυτή η αυτοκτονική καθημερινότητα, αυτές οι από την αυγή δολοφονημένες μέρες, είναι δυνατόν να είναι ζωή, κάπου να σταματήσουμε, να κοιταζτούμε τρυφερά στα μάτια, ν' ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας, να κλάψουμε για τη ζωή που μας έκλεψαν, ν' αγκαλιαστούμε, να πούμε λόγια αγάπης, να χαϊδευτούμε και να κάνουμε έρωτα... Και κει, Σαλονικιέ, μόλις ο Γκαστόν πρόφερε τη λέξη ΕΡΩΤΑΣ, έγινε το βραχυκύκλωμα... Το φως έγινε μοβ, χρώματα, σκιές, λολούδια φύτρωναν στους λείους τοίχους, πουλιά, ζώα, δέντρα, μια οσμή οξυγόνουπετάγονταν από μέσα τους συντρίβοντάς τους. Και κει ολόγυμνα αγόρια και κορίτσια χαϊδεύονταν και βούταγαν στις γαλάζιες και πράσινες λίμνες μ' ένα γάργαρο, πηγαίο γέλιο ΥΠΑΝΑΠΤΥΚΤΟΥ... και μπουσούλαγαν, έπαιζαν και μιλούσαν ακαταλαβίστικα, όπως τα μωρά... Μια κοπελίτσα ήρθε, πήρε απ' το χέρι τον Γκαστόν κι έτρεξαν στο δάσος χαρούμενοι...Ο Γκαστόν πέθανε χθές, ρε Μανόλη. Θα σ' το λέγαμε, αλλά μας τρέλανες στην πάρλα με τ' όνειρό σου.......


ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ
Χαμογέλα, ρε... Τι σου ζητάνε;
Εκδόσεις γράμματα

2 σχόλια: